Κανονική άδεια και επίδομα αδείας

Προϋποθέσεις – Ημέρες άδειας και χρόνος χορήγησης της κανονικής άδειας

Οι μισθωτοί που συνδέονται με τον εργοδότη τους με σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου από την έναρξη της απασχόλησής τους δικαιούνται άδεια μετ αποδοχών.

Οι ημέρες της κανονικής άδειας με αποδοχές είναι ανάλογες με την προϋπηρεσία των μισθωτών και με το εβδομαδιαίο σύστημα εργασίας τους (6ήμερο ή 5νθήμερο).

Ο χρόνος χορήγησης της άδειας προϋποθέτει διακανονισμό μεταξύ μισθωτού και εργοδότη και σε διαφορετική περίπτωση πρέπει να προηγηθεί αίτηση του μισθωτού και το αίτημά του να ικανοποιηθεί εντός διμήνου. Ο εργοδότης όμως εάν δεν έχουν γίνει τα ανωτέρω, υποχρεωτικά, πρέπει να χορηγήσει την άδεια μέχρι το τέλος του ημερολογιακού έτους), χωρίς να απαγορεύεται η έναρξη αυτής προ της λήξης του έτους και να λήγει εντός του επόμενου έτους.

Η άδεια των δύο (2) πρώτων ημερολογιακών ετών από την ημερομηνία της πρόσληψης είναι ανάλογη του χρόνου απασχόλησης του μισθωτού στον ίδιο εργοδότη και μπορεί να χορηγηθεί τμηματικά ή συνολικά μέχρι το τέλος κάθε ημερολογιακού έτους. Η άδεια αυτή για το πρώτο έτος (σε ετήσια βάση) ανέρχεται σε είκοσι τέσσερις (24) ημέρες και για κάθε μήνα απασχόλησης οι μισθωτοί δικαιούνται δύο (2) ημέρες άδεια (βλ. πιο κάτω σχετικό πίνακα).

π.χ. πρόσληψη 20/2 και χορήγηση άδειας την 30/6 ή μήνες 4 +10/30 = 4,33 μήνες

• 6ήμερο 4,33 χ 2 = 8,66 ή 9 ημέρες άδεια

• 5νθήμερο 4 χ 20/12 + 10/30 = 6,99 ή 7 ημέρες άδεια

Μετά τη συμπλήρωση έτους από την πρόσληψη (εντός του δεύτερου ημερολογιακού έτους) η ετήσια άδεια από 24 ημέρες αυξάνεται σε 25. Από την έναρξη του τρίτου ημερολογιακού έτους από την πρόσληψη οι μισθωτοί δικαιούνται την κανονική τους άδεια όχι πλέον αναλογικά αλλά ολόκληρη από την 1.1-31.12 κάθε έτους.

Με τη συμπλήρωση όμως δύο (2) ετών πραγματικής υπηρεσίας αυτοί δικαιούνται 26 ημέρες για κάθε ημερολογιακό έτος και μέχρι τη συμπλήρωση δέκα (10) ετών στον ίδιο εργοδότη, ή δώδεκα (12) ετών σε περισσότερους εργοδότες.

Από τη συμπλήρωση απασχόλησης 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή 12 ετών σε περισσότερους εργοδότες οι μισθωτοί δικαιούνται άδεια τριάντα (30) ημερών ή 2,5 ημέρες για κάθε μήνα απασχόλησης. Με τη συμπλήρωση, όμως, 25 ετών στον ίδιο εργοδότη ή σε περισσότερους εργοδότες, η άδεια αυξάνεται σε 31 ημέρες στο 6ήμερο σύστημα και σε 26 στο 5νθήμερο . Π.χ. εάν ένας μισθωτός είχε προσληφθεί την 1.7.2005 με εργασιακό καθεστώς το 6ήμερο μέχρι την 31.12.2005 δικαιούται τμηματικά ή συνολικά άδεια δώδεκα (12) ημέρες (μήνες 6 x 2 = 12 ημέρες). Εάν όμως ο ίδιος μισθωτός απασχολούνταν με εργασιακό καθεστώς το 5νθήμερο δικαιούται άδεια δέκα (10) ημερών. Έτσι, ο μισθωτός αυτός από την 1.7.2015 δικαιούται άδεια τριάντα (30) ημερών ή είκοσι πέντε (25) ημερών με εργασιακό καθεστώς το 5νθήμερο και από 1.7.2030, 31 ημέρες ή 26 αντίστοιχα. Αναλυτικότερα η ετήσια άδεια αυτού του μισθωτού μέχρι και το έτος 2030 έχει ως εξής:

  6ήµερο   5νθήµερο  
1.7.2005 – 31.12.2005 όταν αρχίζει η άδεια µετά τις 15.12. 12 ηµέρες 10
1.1.2006 – 30.6.2006         » » » » » » 15.6. 12 » 10
1.7.2006 – 31.12.2006 α)   » » » » » » 15.11. 12 » 10
                                  β)  » » » » » » 15.12. 13 » 11
1.1.2007 – 30.6.2007 Σε οποιαδήποτε ημερομηνία και εάν πάρει την άδεια δικαιούται 25 ή 21 ημέρες άδεια αντίστοιχα.
1.7.2007 – 31.12.2007 Σε οποιαδήποτε ημερομηνία και εάν πάρει την άδεια δικαιούται 26 ή 22 ημέρες άδεια αντίστοιχα.
1.1.2008 – 31.12.2008 Σε οποιαδήποτε ημερομηνία και εάν πάρει την άδεια σ΄ αυτό το ημερολογιακό έτος δικαιούται 26 ή 22 ημέρες άδεια αντίστοιχα.

Ο ίδιος αριθμός των ανωτέρω ημερών άδειας (26 ή 22) ισχύει μέχρι τη συμπλήρωση 10 ετών στον ίδιο εργοδότη (δηλ. μέχρι και την 30.6.2015) ή 12 έτη σε περισσότερους εργοδότες.

Από την 1.7.2015 και μετά ο ανωτέρω μισθωτός δικαιούται άδεια 30 ή 25 ημέρες αντίστοιχα και από 1.7.2030 και μετά 31 ή 26 ημέρες στο 5νθήμερο. Π.χ. Μισθωτός που προσλήφθηκε την 1.4.2006 με εργασιακό καθεστώς το 6ήμερο και προϋπηρεσία σε άλλους εργοδότες 14 χρόνια, μέχρι την 31.12.2006 δικαιούται άδεια 23 ημερών (μήνες 9 x 2,5 = 22,5). Άλλος μισθωτός με την ίδια προϋπηρεσία και την ίδια ημερομηνία πρόσληψης αλλά με εργασιακό καθεστώς το 5νθήμερο μέχρι την 31.12.2006 δικαιούται άδεια 19 ημερών (2,5 : 1,2 = 2,083 x 9 = 18,75 ή ημέρες άδειας 25 x 9/12 = 18,75), αφού το δεκαδικό για κάθε ημέρα άδειας άνω του 0,50 στρογγυλοποιείται στην επόμενη ημέρα και εάν είναι κάτω αυτού δεν λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια ο πίνακας που ακολουθεί απεικονίζει τις ημέρες άδειας, επιδόματος άδειας και αποδοχές αυτών.

Πίνακας ημερών κανονικής άδειας μισθωτών (υπαλλήλων, εργατών, υπηρετών κ.λπ.), αποδοχών άδειας και επιδόματος αδείας

  Απασχόληση στον ίδιο ή σε άλλους εργοδότες Ημέρες άδειας Αποδοχές άδειας Αποδοχές επιδόματος αδείας
6ήμερο 5νθήμερο 6ήμερο ή 5νθήμερο
1 Από ημερομηνία πρόσληψης μέχρι 31.12. του 1ου ημερολογιακού έτους 2 ημέρες άδεια για κάθε μήνα απασχόλησης 1,66 (20/12) ημέρες άδεια για κάθε μήνα απασχόλησης 2/25 ή 2 ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησης Αυτές είναι ίσες με τις αποδοχές της άδειας και δεν μπορούν να υπερβούν το μισό μισθό ή τα 13 ημερομίσθια προκειμένου περί μισθωτών που αμείβονται με το ημερομίσθιο
2 Από την 1.1. του 2ου ημερολογιακού έτους και μέχρι τη συμπλήρωση 12 μηνών από την πρόσληψη Ομοίως ως άνω Ομοίως ως άνω Ομοίως ως άνω
3 Από την συμπλήρωση 12 μηνών από την πρόσληψη εντός του 2ου ημερολογιακού έτους και μέχρι την 31.12. 2,083 (25/12) ημέρες για κάθε μήνα απασχόλησης 1,75 (21/12) ημέρες άδεια για κάθε μήνα απασχόλησης 2,083/25 ή 2,083 ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησης »
4 Από την 1.1. του 3ου ημερολογιακού έτους και μέχρι τη συμπλήρωση 24 μηνών από την πρόσληψη και οποιαδήποτε στιγμή εντός αυτού του διαστήματος 25 ημέρες 21 ημέρες Ένας μισθός ή 25 ημερομίσθια »
5 Από την συμπλήρωση 24 μηνών από την πρόσληψη και μετά εντός του 3ου ημερολογιακού έτους 26 ημέρες 22 ημέρες Ένας μισθός ή 26 ημερομίσθια »
6 Από την 1.1. του 4ου ημερολογιακού έτους από την πρόσληψη και μετά και μέχρι τη συμπλήρωση 10 ετών στον ίδιο εργοδότη και οποιαδήποτε στιγμή (1.1-31.12) 26 ημέρες 22 ημέρες Ομοίως ως άνω »
7 Από την ημερομηνία συμπλήρωσης 10 ετών στον ίδιο εργοδότη και τα επόμενα έτη 30 ημέρες 25 ημέρες 30 ημερομίσθια ή ένας (1) μισθός και επιπλέον όσες εργάσιμες ημέρες άδειας εμπίπτουν στον επόμενο μήνα τόσα επιπλέον εικοστά πέμπτα πέρα των 26 εργάσιμων ημερών συμπεριλαμβανομένου του Σαββάτου »
8 Από την πρόσληψη μέχρι την 31.12. του 1ου ημερολογιακού έτους με προϋπηρεσία άνω των 12 ετών σε προηγούμενους εργοδότες 2,5 ημέρες άδειας για κάθε μήνα απασχόλησης 2,083 (25/12) ημέρες για κάθε μήνα απασχόλησης 2,5/25 για κάθε μήνα απασχόλησης ή 2,5 ημερομίσθια »
8.1 Από την 1.1. του 2ου ημερολογιακού έτους και μέχρι την 31.12. αυτού Ομοίως ως άνω Ομοίως ως άνω Ομοίως ως άνω »
8.2 Από την 1.1. και οποιαδήποτε στιγμή εντός του 3ου ημερολογιακού έτους από την πρόσληψη αλλά και τα επόμενα έτη 30 ημέρες 25 ημέρες 30 ημερομίσθια ή ένας (1) μισθός και επιπλέον όσες εργάσιμες ημέρες άδειας εμπίπτουν στον επόμενο μήνα τόσα επιπλέον εικοστά πέμπτα πέρα των 26 εργάσιμων ημερών συμπεριλαμβανομένου του Σαββάτου »
9 Από την πρόσληψη μέχρι την 31.12 του 1ου ημερολογιακού έτους με προϋπηρεσία 25 ετών σε οποιονδήποτε εργοδότη 2,583 (31/12) ημέρες άδειας για κάθε μήνα απασχόλησης 2,166 (26/12) ημέρες άδειας για κάθε μήνα απασχόλησης 2,583 / 25 ή 2,583 ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησης »
9.1 Από την 1.1 του 2ου ημερολογιακού έτους και μέχρι την 31.12 αυτού Ομοίως ως άνω Ομοίως ως άνω Ομοίως ως άνω »
9.2 Από την 1.1 και οποιαδήποτε στιγμή εντός του 3ου ημερολογιακού έτους από την πρόσληψη αλλά και τα επόμενα έτη 31 ημέρες 26 ημέρες 31 ημερομίσθια ή ένας (1) μισθός και επιπλέον όσες εργάσιμες ημέρες άδειας εμπίπτουν στον επόμενο μήνα τόσα επιπλέον εικοστά πέμπτα πέραν των 26 εργάσιμων ημερών συμπεριλαμβανομένου του Σαββάτου »

Σημειώσεις:

1) Για τον υπολογισμό του κλάσματος των αποδοχών της άδειας (περίπτωση απασχόλησης ημερών) ο μήνας θεωρείται ότι έχει τριάντα (30) ημέρες.

2) Για τον υπολογισμό των ημερών άδειας εάν υπάρχει δεκαδικό άνω του 0,50 στρογγυλοποιείται στην επόμενη ημέρα και εάν είναι κάτω αυτού δεν λαμβάνεται υπόψη. Στην περίπτωση όμως της λύσης της σχέσης εργασίας το δεκαδικό μέρος αποτιμάται σε χρήμα .

3) Οι ημέρες άδειας του ανωτέρω πίνακα μπορούν να αυξηθούν: α) Με έγγραφη ατομική σύμβαση και β) σε αντιστάθμιση των πρόσθετων ωρών εργασίας που εργάστηκε ο μισθωτός κατά την περίοδο του αυξημένου ωραρίου, όταν η επιχείρηση εφαρμόζει διευθετημένο ωράριο απασχόλησης.

Η χορήγηση των κανονικών αδειών από κάθε επιχείρηση για το 50% του προσωπικού της πρέπει να πραγματοποιείται από 1.5 έως 30.9 κάθε ημερολογιακού έτους και για το άλλο 50%, υποχρεωτικά το υπόλοιπο χρονικό διάστημα και μέχρι την 31.12 του ίδιου έτους.

Για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης (έγγραφης ή προφορικής). Αίτηση απαιτείται μόνο για τη θεμελίωση αξίωσης για αποζημίωση . Επίσης δεν μεταφέρεται η άδεια στο επόμενο ημερολογιακό έτος αλλά με τη λήξη του έτους η αξίωση μετατρέπεται σε χρηματική. Άρα, για την τελευταία περίπτωση που ο μισθωτός δεν ζήτησε την άδεια, η χρηματική αποζημίωση είναι ίση με τις απλές αποδοχές της άδειας , γιατί δεν υπάρχει άρνηση του εργοδότη για τη χορήγησή της.

Οι ημέρες της κανονικής άδειας πρέπει να είναι συνεχόμενες με εξαίρεση τα δύο (2) πρώτα ημερολογιακά έτη από την πρόσληψη. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και με έγκριση της Επιθεώρησης Εργασίας η άδεια από το τρίτο (3ο) ημερολογιακό έτος και μετά μπορεί να χορηγηθεί τμηματικά. Η αρχική τμηματική χορήγηση δεν μπορεί να περιλαμβάνει άδεια μικρότερη των έξι (6) εργάσιμων ημερών για τους ενήλικες και δώδεκα (12) για τους ανήλικους και έτσι οι υπόλοιπες ημέρες άδειας μέχρι τη συμπλήρωση των δικαιούμενων (25 ή 26 ή 30 ή 31) για τους ενήλικες και για τους ανήλικους πρέπει να χορηγηθούν συνεχόμενες .

Από 11.5.2010, σύμφωνα με το άρθρο 6 στον Ν 3846/2010  στους εργοδότες και μόνο για σοβαρούς λόγους παρέχεται το δικαίωμα να χορηγήσουν τμηματικά την άδεια στους μισθωτούς των, και στους μισθωτούς επιτρέπεται να ζητήσουν οι ίδιοι με έγγραφη αίτησή τους να τους χορηγηθεί τμηματικά η ετήσια άδειά τους. Τα ανωτέρω ισχύουν με τις προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου το οποίο έχει ως ακολούθως:

«Επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, η κατάτμηση του χρόνου αδείας εντός του αυτού ημερολογιακού έτους σε δύο περιόδους, εξαιτίας ιδιαίτερα σοβαρής ή επείγουσας ανάγκης της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και μετά από έγκριση της οικείας Επιθεώρησης Εργασίας. Σε κάθε περίπτωση η πρώτη περίοδος της αδείας δεν μπορεί να περιλαμβάνει λιγότερες των έξι (6) εργασίμων ημερών επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και των πέντε (5) εργασίμων ημερών επί πενθημέρου ή προκειμένου περί ανηλίκων των δώδεκα (12) εργασίμων ημερών. Η κατάτμηση του χρόνου αδείας επιτρέπεται και σε περισσότερες των δύο περιόδων, από τις οποίες η μια πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και δέκα (10) εργάσιμες ημέρες επί πενθημέρου ή προκειμένου περί ανηλίκων δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες μετά από έγγραφη αίτηση του μισθωτού προς τον εργοδότη. Η αίτηση αυτή για την οποία δεν απαιτείται έγκριση από την αρμόδια υπηρεσία του ΣΕΠΕ διατηρείται στην επιχείρηση επί πέντε (5) έτη και πρέπει να είναι στη διάθεση των Επιθεωρητών Εργασίας. Οι ρυθμίσεις της παραγράφου αυτής διέπονται κατά τα λοιπά, από τις διατάξεις της νομοθεσίας για την άδεια».

Στις ημέρες της κανονικής άδειας δεν περιλαμβάνονται οι Κυριακές, οι επίσημες αργίες, οι κατ έθιμο αργίες οι ημέρες ασθένειας και οι ειδικές άδειες που προβλέπονται από άλλες διατάξεις εάν συμπέσουν με αυτήν (γάμου, γέννησης τέκνου κ.λπ.).

Εάν η επίσημη αργία συμπέσει με ημέρα Κυριακή, αυτή δεν παρατείνει την άδεια των μισθωτών. Σε αυτήν την περίπτωση και μόνο για τους ημερομίσθιους υπάρχει υποχρέωση καταβολής επιπλέον ενός (1) ημερομισθίου. Το ίδιο ισχύει εάν η αργία συμπέσει με ημέρα Σάββατο όταν ο μισθωτός εργάζεται Δευτέρα έως Παρασκευή .

Η παρακολούθηση της χορήγησης ή μη της κανονικής άδειας αλλά και ο έλεγχος εκ μέρους της Επιθεώρησης Εργασίας γίνεται από το Βιβλίο Αδειών, η τήρηση του οποίου είναι υποχρεωτική , όχι όμως και η θεώρησή του από την Επιθεώρηση Εργασίας. Το βιβλίο αυτό πρέπει να είναι γραμμογραφημένο ή σε μορφή μηχανογραφημένων σελίδων κατά τέτοιο τρόπο που να προκύπτουν: Ο αύξων αριθμός, το ονοματεπώνυμο, ειδικότητα, ημερομηνία πρόσληψης, προϋπηρεσία, ο αριθμός δικαιούμενων ημερών αδείας, χρονολογία έναρξης και λήξης χορηγηθείσας άδειας, αποδοχές άδειας, επίδομα αδείας, παρατηρήσεις, υπογραφή μισθωτού. Τα ανωτέρω στοιχεία ο εργοδότης υποχρεούται να τα διατηρεί επί μία 5ετία και να είναι στη διάθεση των Επιθεωρητών Εργασίας του ΣΕΠΕ που ασκούν τον έλεγχο και την εποπτεία της εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας.

Οι κληρωτοί μισθωτοί με προϋπηρεσία άνω των έξι (6) μηνών στον ίδιο εργοδότη εάν δεν πάρουν την κανονική τους άδεια μέχρι να παρουσιαστούν στο στράτευμα δεν δικαιούνται αποζημίωση άδειας, ούτε αυτή η άδεια μεταφέρεται.

Τέλος, στην περίπτωση απόσπασης μισθωτού (δανεισμός) από τον εργοδότη με τον οποίο συνδέεται με έγκυρη σύμβαση εργασίας και παραχωρήθηκε με τη συναίνεσή του σε άλλο εργοδότη για να προσφέρει τις υπηρεσίες του, εάν δεν καταρτιστεί ειδική έγγραφη συμφωνία ποιος εργοδότης έχει υποχρέωση να χορηγήσει την κανονική άδεια και να καταβάλλει τις αποδοχές αυτής, υπόχρεος για τη χορήγηση της ετήσιας άδειας παραμένει ο αρχικός εργοδότης .

Συμψηφισμός ημερών κανονικής άδειας

Οι ημέρες της κανονικής άδειας που απεικονίζονται στον πίνακα της προηγούμενης παραγράφου (2) χορηγούνται κατ΄ έτος στους μισθωτούς με την προϋπόθεση ότι αυτοί μέχρι την ημέρα έναρξης της άδειας δεν είχαν απουσιάσει αδικαιολόγητα, δεν συμμετείχαν σε παράνομη απεργία και δεν είχαν υπερβεί τα όρια βραχείας διάρκειας ασθένειας.

Συνεπώς, οι εργάσιμες ημέρες που απουσίασαν οι μισθωτοί αδικαιολόγητα, οι αντίστοιχες για συμμετοχή τους σε παράνομη απεργία και εκείνες της υπέρβασης των ορίων βραχείας διάρκειας ασθένειας αφαιρούνται και έτσι οι ημέρες ξεκούρασης αυτών περιορίζονται ισόχρονα. Αντιθέτως, οι μισθωτοί σε αυτήν την περίπτωση δικαιούνται τις συνολικές αποδοχές της άδειας (δηλ. αυτές δεν συμψηφίζονται) όπως και του επιδόματος αδείας .

Με βάση τα ανωτέρω οι ημέρες απεργίας, ανταπεργίας, στράτευσης, ασθένειας μικρής διάρκειας, οι ημέρες που οι μισθωτοί δεν απασχολήθηκαν λόγω ανώτερης βίας, οι ημέρες επίσχεσης εργασίας, άδειας άνευ αποδοχών, διαθεσιμότητας, οι 119 ημέρες της εγκυμοσύνης και λοχείας των γυναικών (δηλ. των 8 και 9 εβδομάδων προ και μετά τον τοκετό) καθώς και η 6μηνη ειδική άδεια προστασίας και μητρότητας θεωρούνται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.

Αποδοχές ημερών κανονικής άδειας και χρόνος καταβολής αυτών

Οι αποδοχές που δικαιούνται οι μισθωτοί κατά τη διάρκεια της κανονικής τους άδειας προκαταβάλλονται και είναι ίσες με εκείνες που θα έπαιρναν εάν εργάζονταν το αντίστοιχο διάστημα. Αυτές είναι ίδιες τόσο για τους απασχολούμενους με 5νθήμερο όσο και για εκείνους με 6ήμερο σύστημα.

Συνεπώς, πέρα από τον καταβαλλόμενο μισθό ή ημερομίσθιο δικαιούνται και ανάλογη προσαύξηση από αμοιβή: Για πρόσθετη εργασία, υπερεργασία, νόμιμη υπερωρία, μόνο την προσαύξηση 25% λόγω νυχτερινής απασχόλησης και μόνο την προσαύξηση 75% για νόμιμη απασχόληση κατά τις Κυριακές ή επίσημες αργίες, επίδομα παραγωγής, αντίτιμο τροφής, προμήθειες πωλήσεων ή οποιαδήποτε άλλη παροχή σε χρήμα ή σε είδος και με την προϋπόθεση ότι αυτές είναι τακτικές.

Ο προσδιορισμός των ανωτέρω μεταβλητών αποδοχών, που προσαυξάνουν τις σταθερές καταβαλλόμενες αποδοχές (μισθό ή ημερομίσθιο), γίνεται με τη διαίρεση του συνόλου των αμοιβών αυτών διά του αριθμού των εργάσιμων ημερών (δηλ. 6 την εβδομάδα) από τη λήξη της άδειας του προηγούμενου έτους μέχρι την έναρξη της τελευταίας άδειας .

Οι μηνιαίες αποδοχές των μισθωτών που αμείβονται με μισθό δεν μπορούν να υπερβούν τον ένα μισθό (δηλ. τα 25/25) όταν αυτοί δικαιούνται άδεια 26 εργάσιμων ημερών.

Οι μισθωτοί που αμείβονται με ποσοστά σε βάρος των πελατών (σερβιτόροι κ.λπ.), , δικαιούνται αποδοχές άδειας ίσες με το γινόμενο των ημερών άδειας που δικαιούνται επί το τεκμαρτό ημερομίσθιο που κάθε χρόνο καθορίζει το ΙΚΑ με απόφασή του για τη χορήγηση των ασφαλιστικών παροχών . Εάν όμως αυτοί εκτός από τα ποσοστά λαμβάνουν και κάποιο μικρό ποσό ως μισθό βάσει ΣΣΕ, τότε και το ποσό αυτό λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των αποδοχών της άδειας και του επιδόματος αδείας.

Για τους μισθωτούς που δικαιούνται άδεια 30 ημερών ή 25 επί 5νθημέρου και αμείβονται με μισθό ο εργοδότης μπορεί: α) Να τους καταβάλλει τα 30/25 ή β) να τους καταβάλλει το μισθό και επιπλέον τα ημερομίσθια που αντιστοιχούν στις εργάσιμες ημέρες του επόμενου μήνα ή προκειμένου περί 5νθημέρου τα ωρομίσθια των αντίστοιχων εργάσιμων ημερών. γ) Τα ίδια με τα ανωτέρω α και β ισχύουν και για τους μισθωτούς που δικαιούνται άδεια 31 ή 26 ημέρες επί 5νθημέρου.

Τέλος, τελευταία ημέρα καταβολής των αποδοχών της άδειας και του επιδόματος αδείας, είναι η 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους.

Επίδομα αδείας

Όλοι οι μισθωτοί που συνδέονται με τον εργοδότη με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και δικαιούνται κανονική άδεια , δικαιούνται και επίδομα.

Οι αποδοχές του επιδόματος αδείας υπολογίζονται όπως οι αντίστοιχες της κανονικής άδειας και προκαταβάλλονται, δεν μπορούν όμως να υπερβούν τα 12,5 ημερομίσθια προκειμένου περί μισθωτών που αμείβονται με μισθό και τα 13 ημερομίσθια για τους μισθωτούς που αμείβονται με ημερομίσθιο.

π.χ. 9 ημερομίσθια άδεια και 9 ημερομίσθια επίδομα αδείας  
» 10 » » » 10 » » »  
» 14 » » » 13 » » »  
10/25 του μισθού άδεια και 10/25 του μισθού επίδομα αδείας
13/25 » » » » 12,5/25 » » » »
20/25 » » » » 12,5/25 » » » »

Τα ανωτέρω ισχύουν με την προϋπόθεση ότι, οι μισθωτοί αυτοί απασχολούνται στον ίδιο εργοδότη και με την ίδια σύμβαση εργασίας και όχι με ατομικές συμβάσεις με ευνοϊκότερους όρους.

Εξαίρεση των ανωτέρω αποτελεί η περίπτωση κατά την οποία ένας μισθωτός απασχοληθεί στο διάστημα ενός χρόνου σε περισσότερους του ενός εργοδότες. Π.χ. μισθωτός που εργάστηκε σε τέσσερις (4) εργοδότες από δύο (2) μήνες στον καθένα, τελικά θα εισπράξει αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια ημερομίσθια 16 (δηλ. μήνες 2 x 2 ημέρες = 4 ημερομίσθια και 4 x 4 εργοδότες = 16 ημερομίσθια) και επίδομα αδείας 16 ημερομίσθια (δηλ. περισσότερα από τα 13 ημερομίσθια) (βλ. παράδειγμα 13.8).

Επίδομα αδείας καταβάλλεται μόνο όταν οι μισθωτοί δικαιούνται αποδοχές άδειας. Αυτό δεν διπλασιάζεται όπως οι αποδοχές της άδειας σε περίπτωση μη χορήγησής της γιατί ο νόμος αναφέρεται ρητά στις αποδοχές της άδειας και όχι στο επίδομα. Αποτελεί τακτική αποδοχή γι΄ αυτό προσαυξάνει και τα δώρα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα), ενώ δεν αποτελεί αποζημίωση όταν αυτό καταβάλλεται κατά το χρόνο της λύσης της σχέσης εργασίας και από πλευράς φορολογικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας θεωρείται μισθός.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι οι γυναίκες που κάνουν χρήση της 6μηνης ειδικής άδειας προστασίας μητρότητας εκτός από τη μηνιαία αμοιβή που λαμβάνουν από τον ΟΑΕΔ δικαιούνται και αναλογία επιδόματος αδείας. Συνεπώς οι εργοδότες την αναλογία αυτή πρέπει να την αφαιρέσουν από τις αποδοχές του επιδόματος αδείας, που δικαιούνται με βάση τις αποδοχές της άδειάς των.

Συνέπειες όταν δεν χορηγηθεί η κανονική άδεια

Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία οι εργοδότες που δεν χορήγησαν στους μισθωτούς των την κανονική άδεια (ολόκληρη ή μέρος αυτής) μέχρι το τέλος του ημερολογιακού έτους υποχρεούνται να καταβάλλουν τις αποδοχές των ημερών αυτών με προσαύξηση 100%. Η προσαύξηση αυτή αφορά μόνο το τμήμα της άδειας που δεν χορηγήθηκε.

Για τη θεμελίωση της αξίωσης για λήψη της προσαύξησης των αποδοχών της άδειας κατά 100%, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε .

Υπάρχουν όμως περιπτώσεις για τις οποίες ο εργοδότης δεν ήταν υπαίτιος της μη χορήγησης της κανονικής άδειας και έτσι αυτή καταβάλλεται εις απλούν. Π.χ. Σε μισθωτό (γυναίκα) που δεν ήταν δυνατή η χορήγηση της κανονικής άδειας επειδή αυτή είχε άδεια κυήσεως και με τη συνέχιση της άδειας λοχείας έληξε το ημερολογιακό έτος.

Εάν εκ μέρους του εργοδότη υπάρχει δόλος ή αμέλεια για τη μη χορήγησή της, αυτός εκτός από την καταβολή των αποδοχών της άδειας στο διπλάσιο και την ποινική ευθύνη αντιμετωπίζει και θέμα διοικητικών κυρώσεων.

Απαγορεύσεις κατά τη διάρκεια της κανονικής άδειας

Κατά τη διάρκεια μόνο της κανονικής άδειας απαγορεύεται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ακόμη και εάν η καταγγελία γίνεται για αξιόποινο πράξη με υποβολή μήνυσης ή για απαγγελθείσα κατά του μισθωτού κατηγορία σε βαθμό πλημμελήματος. Η ακυρότητα και στις δύο αυτές περιπτώσεις είναι απόλυτη.

Αντιθέτως, στο μισθωτό που βρίσκεται σε κανονική άδεια και έχει συμπληρώσει τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης ο εργοδότης μπορεί να τον απομακρύνει χωρίς να κινδυνεύει να ακυρωθεί η καταγγελία της σύμβασης. Το ίδιο ισχύει και για τα πρόσωπα διεύθυνσης, εποπτείας και εμπιστοσύνης, επειδή για τα πρόσωπα αυτά από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας ισχύουν μόνο οι διατάξεις αυτής που αφορούν στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας.

Κανονική άδεια κατά τη λύση της σχέσης εργασίας

Οι μισθωτοί που δεν έχουν κάνει χρήση της κανονικής των άδειας και για οποιοδήποτε λόγο λύεται η σχέση εργασίας (λόγω καταγγελίας της σύμβασης, οικειοθελούς αποχώρησης, απομάκρυνσης λόγω συνταξιοδότησης κ.λπ.), δικαιούνται αποζημίωση άδειας ίσης με τις αποδοχές της άδειας που θα ελάμβαναν εάν δεν είχε λυθεί η εργασιακή τους σχέση.

Η αποζημίωση αυτή για τα δύο (2) πρώτα ημερολογιακά έτη από την πρόσληψη είναι δύο (2) ημέρες για κάθε μήνα απασχόλησης και για απασχόληση μικρότερη του μήνα καταβάλλεται ανάλογο κλάσμα. Εάν όμως ο μισθωτός έχει συμπληρώσει δύο (2) χρόνια στον ίδιο εργοδότη και δεν έχει πάρει την κανονική άδεια, δικαιούται αποζημίωση 26 ημερομισθίων ή ενός μισθού. Εάν όμως εργάζεται 10 χρόνια στον ίδιο εργοδότη ή 12 χρόνια σε περισσότερους εργοδότες δικαιούται αποζημίωση 30 ημερομισθίων και 31 ημερομίσθια εάν η συνολική προϋπηρεσία υπερβαίνει τα 25 χρόνια.

Για την αποζημίωση άδειας δεν οφείλονται εισφορές υπέρ των ασφαλιστικών οργανισμών κύριας και επικουρικής ασφάλισης, ενώ αυτή υπόκειται σε παρακράτηση φόρου μισθωτών υπηρεσιών (ΦΜΥ).

Αντιθέτως για το επίδομα αδείας λογίζονται κρατήσεις και εισφορές υπέρ των ασφαλιστικών οργανισμών και παρακρατείται ΦΜΥ.

Άδεια απασχολούμενων σε εποχικές επιχειρήσεις και μερικώς απασχολούμενων

Οι μισθωτοί που απασχολούνται σε εποχικές επιχειρήσεις με τη λήξη της περιόδου απασχόλησής των δικαιούνται αποζημίωση άδειας ίσης με δύο (2) ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησης. Την ίδια αποζημίωση δικαιούνται και οι μισθωτοί εκείνοι που απασχολούνται εποχικά σε επιχειρήσεις που λειτουργούν καθ όλη τη διάρκεια του έτους.

Αντιθέτως, οι απασχολούμενοι σε εποχικές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις κατά τη λήξη της περιόδου λειτουργίας των επιχειρήσεων αυτών δεν δικαιούνται αποζημίωση άδειας αλλά κανονική άδεια που αντιστοιχεί μόνο στους μήνες της πραγματικής απασχόλησης αφού ληφθεί υπόψη και η προϋπηρεσία από την αρχική πρόσληψη στον ίδιο ή σε άλλους εργοδότες. Οι αποδοχές της άδειας υπόκεινται σε εισφορές και οι αντίστοιχες ημέρες αναγνωρίζονται ως ημέρες εργασίας στην ασφάλιση. Στην περίπτωση όμως που γίνει καταγγελία της σύμβασης τόσο στην περίοδο που το ξενοδοχείο είναι ανοικτό όσο και στην περίοδο που είναι κλειστό (νεκρή περίοδο) η αποζημίωση άδειας είναι αυτή που αντιστοιχεί σε ολόκληρη την περίοδο που λειτουργεί το ξενοδοχείο.

Οι μερικώς απασχολούμενοι δικαιούνται κανονικής άδειας και επιδόματος αδείας όπως και οι μισθωτοί πλήρους απασχόλησης με τη διαφορά ότι οι αποδοχές τους θα είναι μειωμένες (δηλ. θα λάβουν αποδοχές που θα έπαιρναν εάν εργάζονταν.

10. Αριθμός ημερών άδειας μισθωτών που δεν απασχολούνται όλες τις εργάσιμες ημέρες (διαλείπουσα ή εκ περιτροπής απασχόληση)

α) Οι απασχολούμενοι μισθωτοί υπό καθεστώς διαλείπουσας απασχόλησης δικαιούνται άδεια όπως και οι λοιποί μισθωτοί πλήρους απασχόλησης ανάλογα με την προϋπηρεσία στον ίδιο εργοδότη.

Αυτοί για κάθε 25 πραγματικές ημέρες εργασίας δικαιούνται και δύο (2) ημέρες άδεια για το πρώτο έτος. Για το δεύτερο έτος που η άδεια είναι 25 ημέρες, αυτοί δικαιούνται άδεια 2,0833 (ή 25/12 = 2,0833) για κάθε 25 ημέρες εργασίας από τη λήψη της προηγούμενης άδειας. Για το τρίτο έτος που η άδεια είναι 26 ημέρες, αυτοί δικαιούνται άδεια 2,1666 (ή 26/12 = 2,1666) για κάθε 25 ημέρες εργασίας από τη λήψη της προηγούμενης άδειας. Για το 11ο ή 13ο έτος που η άδεια είναι 30 ημέρες αυτοί δικαιούνται άδεια 2,5 (ή 30/12 = 2,5) ημέρες για κάθε 25 ημέρες εργασίας και για το 26ο έτος που η άδεια είναι 31 ημέρες η σχέση είναι 2,5833 για κάθε 25 εργασίας.

Σημείωση: Διευκρινίζεται ότι οι ημέρες άδειας των μισθωτών αυτής της κατηγορίας δεν είναι συνεχόμενες όπως των λοιπών μισθωτών, αλλά αυτές καλύπτουν τη χρονική περίοδο (εργάσιμων και μη ημερών) που αντιστοιχεί στις ημέρες που θα έπρεπε να εργαστεί ο μισθωτός εάν δεν είχε άδεια. Έτσι ο μισθωτός που εργάζεται 3 ημέρες την εβδομάδα και δικαιούται 9 ημέρες άδεια θα απέχει από την εργασία του για 21 ημέρες (εβδομάδες 3 χ 7 = 21 ημέρες).

Παράδειγμα: πρόσληψη μισθωτού 1.2.2007 και εργασία μέχρι 31.1.2008 ημέρες 150 και 150 : 25 = 6 μήνες x 2 = 12 ημέρες άδεια από 1.2.2008. Την επόμενη άδεια (δηλ. του 2ου έτους) την πήρε 1.6.2009 και από 1.2.2008 έως 31.5.2009 είχε εργαστεί 200 ημέρες και 200 : 25 = 8 μήνες x 2,0833 = 16,666. Άρα 17 ημέρες άδεια που αρχίζει από 1.6.2009. Τη μεθεπόμενη άδεια (δηλ. του 3ου έτους) την πήρε 1.8.2010 και από 1.6.2009 μέχρι την 31.7.2010 είχε εργαστεί 180 ημέρες και 180 : 25 = 7,2 μήνες x 2,1666 = 15,595. Άρα 16 ημέρες άδεια .

β) Η ανωτέρω παρ. (α) αναφέρεται στις περιπτώσεις των μισθωτών που με την αρχική τους σύμβαση εργασίας προσλαμβάνονται για να εργαστούν με καθεστώς Μερικής απασχόλησης (δηλ. με το σύστημα του ημερήσιου μειωμένου ωραρίου ή της διαλείπουσας απασχόλησης ή της εκ περιτροπής απασχόλησης).

Επειδή στο άρθρο 2 του Ν 3846/2010 προβλέπονται και μεταβολές στο σύστημα εργασίας κατά τη διάρκειά του ίδιου ημερολογιακού έτους (π.χ. αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας επιβολή εκ περιτροπής απασχόληση ή μετατροπή της σύμβασης εργασίας επιβολή εκ περιτροπής απασχόληση ή μετατροπή της σύμβασης πλήρους απασχόλησης σε μερική και αντιστρόφως), πρέπει να αναλύσουμε πως σ’ αυτές τις περιπτώσεις θα προσδιοριστούν οι αποδοχές της κανονικής (ετήσιας) άδειας:

β1) Εάν η μεταβολή γίνει στο 1ο ή στο 2ο ημερολογιακό έτος από την πρόσληψη, που η άδεια χορηγείται τμηματικά, και αυτή χορηγηθεί για όλο το έτος την 30/12, θα προσδιορίσουμε πρώτα τις ημέρες και τις αποδοχές για την περίοδο της πλήρους απασχόλησης και στη συνέχεια θα προσθέσουμε τις ημέρες και τις αποδοχές που αντιστοιχούν στην περίοδο της μειωμένης απασχόλησης (διαλείπουσας ή εκ περιτροπής ως ανωτέρω α).

β2) Εάν η άδεια χορηγηθεί στο 1ο ή στο 2ο ημερολογιακό έτος από την πρόσληψη κατά τη διάρκεια των μηνών που ο μισθωτός εργάζεται με πλήρη απασχόληση, ο υπολογισμός θα γίνει με τις αποδοχές της πλήρους απασχόλησης. Εάν η χορήγηση της άδειας αφορά σε περίοδο που ο μισθωτός εργάζεται μόνο με μειωμένο ωράριο τότε ο υπολογισμός των ημερών της άδειας και των αποδοχών αυτής θα γίνει με τις διατάξεις της Μερικής απασχόλησης.

β3) Εάν η μετατροπή της σύμβασης γίνει στο 3ο ημερολογιακό έτος από την πρόσληψη ή στο 4ο κ.ο.κ., που η άδεια χορηγείται εφάπαξ, ο υπολογισμός αυτής θα γίνει με τις αποδοχές που θα έπαιρνε ο μισθωτός εάν εργαζόταν κατά τη χρονική περίοδο της ανάπαυσης (δηλ. με τις πλήρεις ή με τις μειωμένες αποδοχές).

Ομαδική χορήγηση της κανονικής άδειας

Από τη νομοθεσία περί αδειών μετ΄ αποδοχών δεν προβλέπεται η ομαδική χορήγηση των αδειών σε όλο το προσωπικό (δηλ. η επιχείρηση για ένα μήνα διακόπτει τις εργασίες της), αλλά ούτε και απαγορεύεται. Η διακοπή των εργασιών πραγματοποιείται συνήθως κατά την περίοδο του καλοκαιριού και η περίοδος είναι γνωστή στο προσωπικό της επιχείρησης. Σχετικά με την ομαδική χορήγηση των αδειών σημειώνουμε τα ακόλουθα:

α) Για τους μισθωτούς που δικαιούνται ολόκληρη την άδεια δεν δημιουργείται κανένα θέμα.

β) Οι νεοπροσλαμβανόμενοι εντός του ημερολογιακού έτους θα αναπαυθούν ολόκληρο το μήνα αλλά δεν θα πληρωθούν για τις επιπλέον της δικαιούμενης κανονικής άδειας εργάσιμες ημέρες (νομίμως δεν αμείβονται γιατί το καθεστώς αυτό τους ήταν γνωστό με τη γνωστοποίηση των όρων της ατομικής σύμβασης εργασίας).

γ) Όσοι εκ των παλαιών μισθωτών είχαν πάρει την κανονική άδεια πριν από τη συγκεκριμένη περίοδο, αυτοί δεν δικαιούνται αποδοχές.

δ) Όσοι εκ των μισθωτών δικαιούνται άδεια μεγαλύτερη, αυτοί ή θα συνεχίσουν την άδειά τους ή θα την πάρουν σε διαφορετική ημερομηνία μέχρι τη λήξη του ημερολογιακού έτους.

ε) Οι γυναίκες που τη συγκεκριμένη περίοδο ήταν σε άδεια εγκυμοσύνης ή λοχείας θα λάβουν την άδεια σε μεταγενέστερη περίοδο και πριν λήξει το ημερολογιακό έτος, όπως και οι ασθενείς ή οι απολυθέντες από το στρατό.

στ) Στην περίπτωση που η επιχείρηση εντός του ίδιου ημερολογιακού έτους και για πρώτη φορά έλαβε την απόφαση να διακόψει τις εργασίες της (π.χ. ένα μήνα), προκειμένου να πάρει την κανονική άδεια όλο το προσωπικό, εάν μέχρι εκείνη τη στιγμή κάποιοι μισθωτοί είχαν πάρει την άδειά τους, το συγκεκριμένο μήνα αν και δεν θα εργαστούν αυτοί δικαιούνται τις αποδοχές τους.

12. Ασφαλιστικές εισφορές, φορολογία και παραγραφή των αποδοχών άδειας και επιδόματος αδείας

α) Για τις αποδοχές της άδειας όσο και του επιδόματος αδείας υφίσταται υποχρέωση λογισμού εισφορών υπέρ ασφαλιστικών οργανισμών κύριας και επικουρικής ασφάλισης.

Εξαίρεση υπάρχει και δεν υπολογίζονται εισφορές μόνο για την αποζημίωση άδειας που καταβάλλεται στο μισθωτό κατά το χρόνο λύσης της σχέσης εργασίας, όπως και για την ποινή που καταβάλλει ο εργοδότης στο μισθωτό, επειδή δεν του χορήγησε την άδεια μέχρι το τέλος του ημερολογιακού έτους (την 31.12) .

β) Όλες οι ανωτέρω αποδοχές (άδεια, επίδομα αδείας, αποζημίωση άδειας και ποινή για μη χορήγηση άδειας) φορολογούνται ως εισόδημα εκ μισθωτών υπηρεσιών και παραγράφονται υπέρ του εργοδότη μετά την παρέλευση 5ετίας από το τέλος του έτους που αυτές ήταν απαιτητές . Για τις αποδοχές όμως των μισθωτών του Δημοσίου με σχέση Δημοσίου ή Ιδιωτικού δικαίου και των ΟΤΑ η παραγραφή είναι 2ετής και αρχίζει από τη γένεση της απαίτησης , ενώ για τα ΝΠΔΔ από το τέλος του έτους που γεννήθηκε η αξίωση.

γ) Εισφορές υπέρ ΙΚΑ-ΕΤΕΑΜ επί των αποδοχών της άδειας και του επιδόματος αδείας για τους παλαιούς ασφαλισμένους (μέχρι 31.12.1992) υπολογίζονται (για το έτος 2011) μέχρι του ποσού των 97,29 € για κάθε ασφαλιστικό ημερομίσθιο.

Για τους νεοασφαλιζόμενους (από 1.1.1993 και μετά) ανεξαρτήτως ημερών άδειας ή επιδόματος αδείας, εισφορές υπολογίζονται μέχρι του ποσού των 5.543,55 € (για το 2011).

Παραδείγματα

1ο παράδειγμα

 Υπάλληλος με 6ήμερη απασχόληση και 40 ώρες εργασία την εβδομάδα προσλήφθηκε την 1.10.2009 με μηνιαίο μισθό 1.500,00 € και την 30.12.2009 πήρε την κανονική του άδεια. Οι μικτές αποδοχές της άδειας και επιδόματος αδείας ανέρχονται στο ποσό των 720,00 € βάσει των παρακάτω υπολογισμών:

Μήνες 3 x 2 ημέρες = 6 ημέρες άδεια και 6 ημερομίσθια επίδομα αδείας.

1.500,00 : 25 = 60,00 ημερομίσθιο και 6 χ 60,00 = 360,00 € αποδοχές άδειας

6 χ 60,00 = 360,00 € » επιδόματος αδείας

Σύνολο μικτών αποδοχών 720,00 €

Στο 5νθήμερο σύστημα οι αποδοχές της άδειας προσδιορίζονται από το ωρομίσθιο που είναι 9,00 € (1.500,00 : 25 χ 6 : 40 = 9,00) και βάσει του πίνακα ημερών άδειας (βλ. παρ. 2) έχουμε: Μήνες 3 χ 1,66 = 4,98 ημέρες άδειας, άρα ημέρες 5 χ 8 ώρες = 40 ώρες και 40 χ 9,00 = 360,00 € και επίδομα αδείας 360,00 €.

  * Εάν ο ανωτέρω μισθωτός από 1.4. – 31.5.2010 ήταν ασθενής και την 1.8.2009 αποχωρούσε οικειοθελώς ή του καταγγέλλονταν η σύμβαση εργασίας, η αποζημίωση άδειας και οι μικτές αποδοχές του επιδόματος αδείας θα ανέλθουν στο ποσό των 1.440,00 € βάσει των παρακάτω υπολογισμών:

Από 1.1.2010 έως 31.7.2010 απασχόληση μήνες 7

Μείον: Υπέρβαση ορίων βραχείας διάρκειας ασθένειας μήνες 1

Πραγματική εργασιακή σχέση μήνες 6

Άρα αποζημίωση άδειας ημερ/σθια 12 (μήνες 6 χ 2) ή 12 χ 60,00 = 720,00 €

Επίδομα αδείας 12 χ 60,00 = 720,00 €

Σύνολο 1.440,00 €

Από την άδεια θα παρακρατηθεί μόνο ΦΜΥ. Για το επίδομα αδείας θα λογιστούν εισφορές (μισθωτού και εργοδότη) υπέρ ασφαλιστικών οργανισμών ενώ θα διενεργηθεί και παρακράτηση για ΦΜΥ.

Εάν ο χρόνος της ασθένειας ήταν 35 ημερολογιακές ημέρες (1.4 – 6.5.2010) και η υπέρβαση των ορίων βραχείας διάρκειας ασθένειας ήταν 6 ημέρες (1.5 έως 6.5.2010), τότε η αποζημίωση άδειας και οι μικτές αποδοχές του επιδόματος αδείας θα ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των 1.566,00 €, βάσει των παρακάτω υπολογισμών:

Αποζημίωση άδειας μήνες 7 χ 2 = ημερομίσθια 14,0

Μείον: Υπέρβαση ορίων βραχείας διάρκειας ασθένειας 6 χ 2 : 30 = 0,4

ημερομίσθια 13,6 χ 60,00 = 816,00 €

Μικτές αποδοχές επιδόματος αδείας ημερομίσθια 12,5 χ 60,00 = 750,00 €

Σύνολο 1.566,00 €

    * Εάν μέχρι το τέλος του ημερολογιακού έτους 2010 ο μισθωτός του αρχικού παραδείγματος  από υπαιτιότητα του εργοδότη δεν έχει πάρει την κανονική άδειά του, τότε ο εργοδότης θα του την καταβάλει σε χρήμα. Έτσι οι μικτές αποδοχές του Δεκεμβρίου 2010 (χωρίς το Δώρο Χριστουγέννων) θα ανέλθουν στο ποσό των 5.250,00 € βάσει των παρακάτω υπολογισμών:

Αποδοχές για εργασία Δεκεμβρίου 2010 1.500,00 € θα λογιστεί ΦΜΥ και εισφορές

Αποδοχές για άδεια 25 ημερών 2010 1.500,00 €              » » » » »

Ποινή για μη χορήγηση άδειας 2010 1.500,00 €                » » » » όχι εισφορές

Αποδοχές για επίδομα αδείας 2010 750,00 €                  » » » » και »

Σύνολο μικτών αποδοχών 5.250,00 €

Σημείωση: Εάν ο μισθωτός αυτός είχε ασφαλιστεί πριν από την 31.12.1992 εισφορές θα λογιστούν (αθροιστικά) για την αμοιβή της εργασίας και τις αποδοχές της άδειας (1.500,00 + 1.500,00 = 3.000,00) μέχρι του ποσού του ανώτατου τεκμαρτού μισθού, που για το έτος 2010 και 2011 είναι 2.432,25 € (25 x 97,29 = 2.432,25). Εάν όμως αυτός είναι νεοασφαλιζόμενος (από 1.1.1993 και μετά) εισφορές θα λογιστούν στο ποσό των 3.000,00 €.

2ο παράδειγμα

Εργάτης βιομηχανικής επιχείρησης με πρόσληψη την 1.10.2009, ημερομίσθιο 60,00 € και 6ήμερη εβδομαδιαία απασχόληση 40 ωρών εάν πάρει την άδεια το μήνα Μάρτιο του 2010 και η 25η Μαρτίου συμπίπτει με ημέρα Κυριακή (ή Σάββατο στο 5νθήμερο σύστημα) κατά την οποία δεν θα απασχολούνταν, οι μικτές αποδοχές της άδειας και του επιδόματος αδείας θα ανέρχονταν στο ποσό των 2.340,00 € βάσει των παρακάτω υπολογισμών:

Αποδοχές Μαρτίου (άδεια) ημέρες 25 χ 60,00 = 1.500,00 €

» 25ης Μαρτίου (ημερομίσθιο) 60,00 επειδή είναι αργία και δεν μετατίθεται

1.560,00 €

Επίδομα αδείας ημερομίσθια 13 χ 60,00 780,00 €

Σύνολο μικτών αποδοχών 2.340,00 €

Στο 5νθήμερο σύστημα οι ημέρες άδειας είναι 21 χ 8 ώρες = 168 ώρες και το ωρομίσθιο 9,00 € (60,00 χ 6 : 40 = 9,00).

Άρα, ώρες 168 χ 9,00 = 1.512,00

Ημερομίσθιο της 25.3 = 60,00 1.572,00 €

Επίδομα αδείας ημερομίσθια 13 χ 60,00 = 780,00 €

Σύνολο μικτών αποδοχών 2.352,00 €

Σημειώσεις:

α) Εάν ο ημερομίσθιος αυτός εργαζόταν σε ημερήσια βάρδια την 25.3.2010 δικαιούται και προσαύξηση 75% ή 60,00 x 75% = 45,00 € και οι μικτές αποδοχές της άδειας θα ήταν 1.605,00 € (1.500,00 + 60,00 + 45,00).

β) Εάν αυτός αμειβόταν με μισθό και δεν εργαζόταν την Κυριακή οι μικτές αποδοχές της άδειας θα ήταν 1.500,00 €, ενώ εάν εργαζόταν την 25.3.2010 με ρεπό την επόμενη εβδομάδα οι μικτές αποδοχές της άδειας θα ανερχόταν στο ποσό των 1.545,00 € (1.500,00 + 45,00). Εάν όμως αυτός εργαζόταν την ημέρα που είχε ρεπό οι αποδοχές θα ήταν 1.605,00 € (δηλ. όσα και του ημερομίσθιου).

    * Εάν ο μισθωτός του ανωτέρω παραδείγματος  αμειβόταν με μηνιαίο μισθό 1.500,00 € και κατά την περίοδο που πήρε μέρος της κανονικής του άδειας (π.χ. 19 ημέρες) θα εργαζόταν υπερεργασιακά ώρες 20, σε νυχτερινή βάρδια 40 ώρες και υπερωριακά (κατά την ημερήσια βάρδια) με τις διατάξεις του ΝΔ 264/1973 ώρες 15 και η άδειά του αρχίζει από 1.10.2010 (δηλ. μετά τη συμπλήρωση έτους από την πρόσληψη) οι αποδοχές αυτής της άδειας (μέρος του 2ου ημερολογιακού έτους) και του επιδόματος αδείας θα ανέλθουν στο ποσό των 2.022,00 και 1.330,25 € αντίστοιχα, βάσει των παρακάτω υπολογισμών:

Ημερομίσθιο (νόμιμο και καταβαλλόμενο) 1.500,00 : 25 = 60,00 €

Ωρομίσθιο 60,00 x 6 : 40 = 9,00 €

• Άδεια ημέρες 19 (ή μήνες 9 x 2,0833 = 18,747) x 60,00 = 1.140,00 €

Πλέον: – Υπερεργασία ώρες 20 x 9,00 x 1,20 = 216,00 €

- Νυχτερινή απασχόληση ώρες 40 x 9,00 x 1,25 = 450,00 €

- Υπερωρία ΝΔ 264/1973 ώρες 15 x 9,00 x 1,60 = 216,00 €

Σύνολο αποδοχών για τα 19/25 της κανονικής άδειας 2.022,00 €

• Αποδοχές επιδόματος αδείας έτους 2010

(2.022,10 : 19 = 106,42 μέσο ημερομίσθιο)

Ημερομίσθια 12,5 x 106,42 = 1.330,25 €

• Στο 5νθήμερο σύστημα οι ημέρες είναι 16 (19 χ 1,75 = 15,75) και 16 χ 8 ώρες = 128 ώρες

Άρα, μικτές αποδοχές άδειας ώρες 128 χ 9,00 = 1.152,00 €

Πλέον: Πρόσθετες αποδοχές (ως άνω) 216,00 + 450,00 + 216,00 = 882,00 €

Σύνολο αποδοχών για τις 19 ημέρες άδειας 2.063,25 €

Αποδοχές επιδόματος αδείας (ως άνω) Ημερομίσθια 12,5 χ 106,42 = 1.330,25 €

Σημειώσεις: α) Οι ίδιοι ως άνω υπολογισμοί ισχύουν και για τις υπόλοιπες 6 ημέρες (25 – 19 = 6), καθώς και για την περίπτωση που αυτός δικαιούταν άδεια 26 ημέρες με υπόλοιπο όμως ημερών άδειας 7 ημέρες (26 – 19 = 7), γιατί οι αποδοχές άδειας δεν μπορούν να υπερβούν τα 25/25 του μισθού. β) Πληρωμή των 7 ημερών δικαιούται ο μισθωτός μόνο στην περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας (οικειοθελώς ή με καταγγελία). γ) Εάν όμως ο μισθωτός αυτός ήταν ημερομίσθιος για το υπόλοιπο των 7 ημερών της άδειας (26 – 19 = 7) δικαιούται τις αντίστοιχες αποδοχές.

3ο παράδειγμα

 Μισθωτός (υπάλληλος ή εργάτης) με ημερομίσθιο 30,00 € και ωρομίσθιο 4,50 € προσλήφθηκε σε επιχείρηση την 1.3.2011. Αυτός απολύθηκε (ή αποχώρησε) στις 19.3.2011. Η αποζημίωση άδειας και οι μικτές αποδοχές του επιδόματος αδείας που δικαιούται ανέρχονται στο ποσό των 37,80 € και 37,80 € αντίστοιχα, βάσει των παρακάτω υπολογισμών:

• 6ήμερο σύστημα (βάσει του πίνακα) ημερ/κές ημέρες 19 χ 2 : 30 = 1,26 ημερ/σθια και 1,26 χ 6,66 ώρες = 8,40 ώρες και 8,40 χ 4,50 = 37,80 € άδεια και 37,80 € επίδομα αδείας.

• 5νθήμερο σύστημα (βάσει του πίνακα) ημερ/κές ημέρες 19 χ 1,66 : 30 = 1,05 ημερ/σθια και 1,05 χ 8 ώρες = 8,40 ώρες και 8,40 χ 4,50 = 37,80 € άδεια και 37,80 € επίδομα αδείας.

4ο παράδειγμα

Υπάλληλος (γυναίκα) προσλήφθηκε σε επιχείρηση την 1.8.2009 με διαλείπουσα απασχόληση για δύο (2) ημέρες την εβδομάδα και ημερήσια εργασία τέσσερις (4) ώρες. Το ωρομίσθιό της είναι 5,00 € και μέχρι την 30.12.2009 που πήρε την πρώτη (1η) άδειά της είχε εργαστεί 45 ημέρες. Οι αποδοχές της άδειας και του επιδόματος αδείας ανέρχονται στο ποσό των 80,00 € και 80,00 € αντίστοιχα, βάσει των παρακάτω υπολογισμών:

Ημερήσια αμοιβή ώρες 4 χ 5,00 = 20,00 €

Ημέρες εργασίας 45 : 25 = μήνες 1,8 χ 2 = 3,6 ημέρες άδεια

Άρα, άδεια ημέρες 4 χ 20,00 = 80,00 € και επίδομα αδείας 4 χ 20,00 = 80,00 €

Εάν η ανωτέρω υπάλληλος έκανε χρήση της 2ης άδειας στο επόμενο ημερολογιακό έτος (2ο) και μετά τη συμπλήρωση έτους από την πρόσληψη (δηλ. μετά την 1.8.2010) ο ανωτέρω συντελεστής αντί 2 θα ήταν 2,083 (25/12 = 2,083) π.χ.

Άδεια 30.12.2010 και ημέρες εργασίας 105 (30.12.2009 – 30.12.2010)

Ημέρες εργασίας 105 : 25 = 4,2 μήνες χ 2,083 = 8,75 ημέρες άδειας

Άρα, άδεια ημέρες 9 χ 20,00 = 180,00 και επίδομα αδείας 9 χ 20,00 = 180,00

Τέλος, στην περίπτωση που η μισθωτός αυτή την 30.12.2010 είχε συμπληρώσει 10ετία στον ίδιο εργοδότη ή 12ετία σε περισσότερους εργοδότες τότε οι αποδοχές της άδειας και του επιδόματος αδείας ανέρχονται στο ποσό των 220,00 € και 220,00 € αντίστοιχα, βάσει των παρακάτω υπολογισμών με την προϋπόθεση ότι, οι ημέρες απασχόλησης από 30.12.2009 – 30.12.2010 ήταν 106.

106 : 25 = 4,25 χ 2,5 = 10,65. ¶ρα, άδεια ημέρες 11 χ 20,00 = 220,00 € και επίδομα αδείας 11 χ 20,00 = 220,00 €

5ο παράδειγμα

Μισθωτός (υπάλληλος) μερικής απασχόλησης (4 ώρες ημερησίως) με εξαήμερη εβδομαδιαία εργασία, ωρομίσθιο 7,00 € και πρόσληψη την 15.2.2010 χωρίς καμία προϋπηρεσία, πήρε την 1.3.2011 άδεια 4 ημερών. Οι αποδοχές της άδειας και του επιδόματος αδείας ανέρχονται στο ποσό των 112,00 € και 112,00 € αντίστοιχα, βάσει των παρακάτω υπολογισμών:

Ημερομίσθιο = ώρες 4 χ 7,00 € = 28,00 €

Άδεια ημέρες 4 χ 28,00 = 112,00 € και επίδομα αδείας 4 χ 28,00 = 112,00 €

Εάν στο μισθωτό αυτό την 1.3.2011 καταγγελόταν η σύμβαση εργασίας αυτός θα δικαιούταν αποζημίωση άδειας για το έτος 2011 και όχι αποδοχές άδειας ημερομίσθια 4 χ 28,00 = 112,00 € και επίδομα αδείας 4 χ 28,00 = 112,00.

Γραφτείτε στο Newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα νέα μας

E-mail:

Εγγραφή
Διαγραφή

Translator

Greek flagItalian flagKorean flagSpanish flagJapanese flagArabic flagBulgarian flagCroatian flagHindi flagRomanian flagHebrew flagSerbian flagAlbanian flagMacedonian flag                                  

Balkan News

Αναζήτηση